«Όταν γράφεις αισθάνεσαι την ανάγκη να προχωρήσεις όσο βαθύτερα μπορείς …»

 

Σ’ αυτή την πρόσφατη επιλογή διηγημάτων της βραβευμένης με Νόμπελ (2013) Καναδής Άλις Μονρό, περιλαμβάνονται ορισμένες από τις κλασικές ιστορίες της που δεν έχουν έως τώρα μεταφραστεί στη γλώσσα μας ενώ κάποιες από αυτές, όπως η ιστορία που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, νομίζω πως έχουν λανθασμένα χαρακτηριστεί «διηγήματα», καθώς διαθέτουν όλα τα χαρακτηριστικά μιας νουβέλας όχι μόνο ως προς την έκταση αλλά και την εμβάθυνση των χαρακτήρων, την πλοκή, τις μεταθέσεις μέσα στο χρόνο, το μυστήριο και τις ανατροπές. Και δεν είναι τυχαίο, νομίζω -όπως η ίδια έχει δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή της- πως ο αρχικός της στόχος ήταν κάποια από τα διηγήματά της να εξελιχθούν σε μυθιστορήματα.

Όπως πολλοί από τους διηγηματογράφους έχουν ομολογήσει κατά καιρούς, έτσι και η Μονρό ήθελε πάντα να δοκιμαστεί στο απαιτητικό αυτό είδος, αλλά, οι οικογενειακές δεσμεύσεις, η μητρότητα, η έλλειψη χρόνου και κινήτρου, ίσως, δεν της το επέτρεψαν, αν και σε πολλές από τις ιστορίες της διακρίνονται -μέσα από τις πολλαπλές διαστρωματώσεις της πλοκής, τις διακειμενικότητες και αναφορές σε μύθους, τους σύνθετους χαρακτήρες και τις μεταβολές- οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας μεγαλύτερης σε έκταση αφήγησης.

Σε όλα σχεδόν τα διηγήματά της οι κριτικοί και οι μελετητές της (οι οποίοι τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά το Νόμπελ, πολλαπλασιάστηκαν) εντοπίζουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, τόπους και τοπία από την ιδιαίτερη πατρίδα της στον Καναδά, στοιχεία από την οικογενειακή της ιστορία ή των δυο συζύγων της, προσωπικές συνήθειες, βιώματα και προτιμήσεις. Ελάχιστοι όμως έχουν εστιαστεί σε ένα άλλο στοιχείο που είναι εμφανές ιδιαίτερα στην χείρας συλλογή: στον τρόπο που η Μονρό γράφει (και μάλιστα εν έτει 1971), χειρίζεται και αποκαλύπτει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την τόλμη και την ειλικρίνεια που μιλάει για θέματα ταμπού, ακόμα και στις μέρες μας, τις λειτουργίες του γυναικείου σώματος, την επιτακτική επιθυμία, το πάθος, την ασυγκράτητη ορμή αλλά και τη σεξουαλική ικανοποίηση που οι ηρωίδες της Μονρό τη βρίσκουν, συνήθως, εκτός γάμου ή σε δυσλειτουργικές σχέσεις.

Σε μια παλαιότερη συνέντευξη της σε ερώτηση του δημοσιογράφου πως και δεν  φοβήθηκε να γράψει για αυτά τα βιώματα, αποκαλύπτοντας τόσο προσωπικά πεδία, η ίδια ισχυρίστηκε πως η συνείδηση της σεξουαλικότητας ταυτίζεται, κατά κάποιο τρόπο, με την αυτοσυνείδηση και πως «Όταν το κάνεις αυτό, κάνεις κάτι για το οποίο δεν θα είναι κανείς περήφανος για σένα. Όμως, όταν γράφεις αισθάνεσαι την ανάγκη να προχωρήσεις όσο μπορείς βαθύτερα. Νιώθεις πως είναι λάθος αυτό που κάνεις, αλλά δεν το μετανιώνεις».

Σε μια από τις ιστορίες με τίτλο «Πως γνώρισα τον άντρα μου», η οποία πρωτο δημοσιεύθηκε το 1974, η Μονρό μας συστήνει ένα κορίτσι που εισέρχεται στην εφηβεία, μέσα από την αφήγηση του ενηλίκου εαυτού της, τη χρονική απόσταση και τις αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει, γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο από την οπτική της δεκαπεντάχρονης Έντι. Η ιστορία ακολουθεί τη φωνή της μικρής η οποία εργάζεται ως οικιακή βοηθός σε μια εύπορη οικογένεια και αφηγείται τη διαδικασία  της «αφύπνισης της» μέσα από τη συνείδηση και τη γνώση της ενήλικης, παντρεμένης Έντι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ιστορία αυτή προβάλει, πέρα από όλα τα άλλα, και την τέχνη της αφήγησης: η επιστράτευση των αναμνήσεων για την ανασύνθεση μιας ιστορίας βοηθάει στη βαθύτερη κατανόηση των γεγονότων αλλά και στην κατανόηση του εαυτού και των βαθύτερων κινήτρων.

Επίσης, η αφήγηση μιας ιστορίας παρέχει τη δυνατότητα σε γυναίκες που ζουν στο περιθώριο – όπως η Έντι (ή η Ίντιτ στο «Η Αγάπη μιας καλής γυναίκας» που γράφει στο σημειωματάριο της όλα τα γεγονότα της ημέρας, ή η Ντελ στο «Ζωές κοριτσιών και γυναικών») -κορίτσια που στερούνται ελευθερίας, μόρφωσης και χρημάτων, να εκφραστούν και να αποκτήσουν μια αίσθηση ταυτότητας.

Η Έντι είναι αθώα και ανυποψίαστη σε σχέση με τη σεξουαλικότητα της και τα μηνύματα που εκπέμπει, ξαφνιασμένη και η ίδια από τη θηλυκότητά της που ανθίζει, φοράει το φόρεμα της εργοδότριας της, κοιτάζεται στον καθρέφτη και καμαρώνει για την μεταμόρφωση, όταν ένας νεαρός αεροπόρος πάει στο σπίτι να ζητήσει ένα ποτήρι παγωμένο νερό. Η Έντι νιώθει αμηχανία αλλά δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του πιλότου όταν της λέει πως «είναι όμορφη». Όμως, το αφελές κορίτσι της υπαίθρου που παράτησε το σχολείο για να γίνει υπηρέτρια στον κτηνίατρο, τον κύριο Πιμπλς και τη σύζυγό του στο βάθος έχει επίγνωση της θέσης της. Στο σπίτι τους μένει έκθαμβη από τις ανέσεις, το μπάνιο, τα αξεσουάρ, το πλυντήριο, τα παγάκια, όμως είναι έξυπνη και αμέσως αντιλαμβάνεται τη στάση του κόσμου απέναντι στις υπηρέτριες και ενδόμυχα ξέρει πως δεν έχει και πολλά να περιμένει από τον αεροπόρο και τους ομοίους του: «…είχα ήδη καταλάβει αρκετά από το πώς αισθάνονται οι άνθρωποι όταν δουλεύεις για αυτούς. Τους αρέσει να νομίζουν ότι δεν είσαι περίεργος. Όχι μόνο ότι δεν είσαι ανέντιμος, αυτό δεν αρκεί. Τους αρέσει να νομίζουν ότι δεν προσέχεις τίποτα, ότι δεν σκέφτεσαι ή δεν αναρωτιέσαι για τίποτ’ άλλο πέρα από το τι τους αρέσει να τρώνε και πώς θέλουν να σιδερώνονται τα ρούχα τους και ούτω καθεξής».

 

Οι ρόλοι και το ξύπνημα των αισθήσεων

Στο «Ζωές κοριτσιών και γυναικών» μαθαίνουμε για το πώς κατασκευάζονται οι γυναικείοι ρόλοι και τη δυσκολία να ξεφύγει ένα κορίτσι από το στερεότυπο. Η Μονρό περιγράφει ρεαλιστικά τη σαρωτική έφοδο των ορμονών στην εφηβεία, σε μια ηλικία όπου εύκολα μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης του κάθε  αρσενικού που θα τύχει να βρεθεί στην ακτίνα της, μας φανερώνει το πόσο επώδυνη διαδικασία είναι το ξύπνημα των αισθήσεων η οποία παρουσιάζεται ως μια εσωτερική εξέγερση που είναι αδύνατον να συγκρατηθεί και να περιοριστεί στα όρια του σώματος. Συνεπώς ξεχύνεται στον κόσμο και κατευθύνεται σε όποιον, μάλλον τυχαίο, παραλήπτη –τον πλέον άχαρο νεαρό, κάποιον περαστικό τυχοδιώκτη ή πικραμένο μεσήλικα με ακυρωμένη σεξουαλικότητα.

Σπανίως διαβάζουμε σε γυναικείες γραφές τέτοιες περιγραφές, τόσο ειλικρινείς και άμεσες και μάλιστα να έρχονται σε εμάς από το 1971, χωρίς ωραιοποίηση, αναστολές ή συναισθηματικές φιοριτούρες. Τα κορίτσια της Μόνρο κοιτάζουν τον κόσμο κατάματα και διακρίνουν από νωρίς τα όρια τους, αντιλαμβάνονται πως η σεξουαλικότητα των αντρών και οι εκρήξεις λαγνείας πολλές φορές προέρχονται  από τις αδυναμίες τους, τις ήττες τους και τις συνεχείς ακυρώσεις τους σε άλλα πεδία: «Οι άνθρωποι κουβαλούν μαζί τους κάμποσα – σάρκα που δεν έχει υποταχθεί, αλλά έχει οδηγηθεί με το ζόρι σε έκσταση, όλο το ανυποχώρητο μυστήριο και τους σκοτεινούς λαβυρίνθους του ίδιου τους του εαυτού…»

Σε κάποιο σημείο γράφει για την έλλειψη περιγραφών της ερωτικής πράξης στα βιβλία και στο πόσο διαφορετική είναι η πραγματικότητα από αυτό που περιγράφουν ακόμα και οι αναγνωρισμένοι συγγραφείς: «Ένα βιβλίο συνέκρινε την ερωτική επαφή με το να διασχίζεις μια σιδηροδρομική σήραγγα (αν ήσουν προφανώς το τρένο ολόκληρο) και να εκτοξεύεσαι σ’ ένα ορεινό λιβάδι τόσο ψηλά, τόσο μακάρια και ωραία, ώστε να νομίζεις ότι βρίσκεσαι στον ουρανό. Τα βιβλία το συνέκριναν με κάτι άλλο, ποτέ δεν μιλούσαν για αυτό το ίδιο»

Η Μονρό στα διηγήματα της συλλογής παίρνει το ρίσκο και κατορθώνει να μιλήσει για «αυτό το ίδιο». Τολμάει να «ξεγυμνωθεί» και να μας αφήσει να περάσουμε στον κόσμο της, έναν κόσμο που παρά τη χρονική και γεωγραφική απόσταση μας είναι οικείος, τα συναισθήματα και οι καταστάσεις που περιγράφει δεν είναι άγνωστα, κι όμως, η συγγραφέας μπορεί και συνδέει τα πιο τετριμμένα συμβάντα με κάτι βαθιά υπαρξιακό, σχεδόν υπερβατικό που δίνει υπόσταση στην πιο ασήμαντη καθημερινή στιγμή, κατορθώνοντας να αντλήσει από μια μικρή στιγμή την ουσία εκείνη που την  αναγάγει σε υψηλή τέχνη.

Αργυρώ  Μαντόγλου

 

Alice Munro

Η αγάπη μιας καλής γυναίκας

Επιλογή διηγημάτων

Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου

«Μεταίχμιο», σελ. 537

 

Εμφάνιση άρθρου στην “Ανοιχτή Βιβλιοθήκη”: